Λέγανε τα παιδιά – οι φίλοι μου παλιά -
Βγες Ηλία το κρυφτό τελείωσε πια .
Τώρα βλέπω ανθρώπους γύρω μου,
Το Ξύλινο Καφέ είναι γεμάτο,
Δύο μεγάλα τζάκια καίνε στη μέση,
Ρωτάω την κοπέλα μου κάτι,
Κοιτάει κάτω τη θάλασσα , δεν ακούει.
Περνάει άλλος ένας γνωστός,
Με χαιρετάει , εύχεται καλή χρονιά
Κάποιος πιο πέρα του φωνάζει ΄΄γειά!’’.
Θέλω ένα τσιγάρο , στο μυαλό μου
Ήδη καπνίζω ένα εκεί κάτω στην παραλία,
Τα κύματα χτυπάνε τα ακριβά μου
Μαύρα σκαρπίνια , και η γραβάτα μου
Πλέει προς τα πίσω, άλυτη, ίδιο μπολερό
Αποτυχημένης Γαλλικής Επανάστασης
Σε ένα δεύτερο Παρίσι κάπου μέσα
Στη ψυχή μου .Στοπ.
Η γυναίκα μου κάτι με ρωτάει .
Χωρίς να ακούσω απαντάω ναι,
Μου χαμογελάει, το ζευγάρι δίπλα μας
Χαμογελάει, ο σερβιτόρος χαμογελάει,
Ο φανταστικός εαυτός μου, εκεί κάτω
Στην μανιασμένη παραλία, γυρνάει
Και μού χαμογελάει. Στοπ.
Είναι όλα τόσο τρομαχτικά απλά ∙
Μέσα στη ζεστασιά αυτής της φωτιάς,
Μοιάζει το μαζεμένο πλήθος μνημόσυνο,
Για τα καλοκαίρια της ζωής μου
Μέσα στη δίνη του χειμώνα.
Και ο λαιμός της φωτιάς, δίδυμη αδερφή
Μιας κάργιας γκόμενας που αγάπησα,
Χιλιάδες χρόνια πριν σε ένα ξύλινο καφέ
Στους πρόποδες μιας θάλασσας
Από ασημένιες κλωστές .







στον Ιστοχώρο του Λογοτεχνικού Club,που δημιουργήθηκε από ανθρώπους που αγαπούν την λογοτεχνία και επιθυμούν να προβάλλουν αυτό το κομμάτι του πολιτισμού μας σε όλον τον κόσμο.







