◆Πόση νύχτα έτσι ξαφνικά, εκεί που ήθελε το πρωινό να σηκωθεί.
◆Τα χρόνια ξεχασμένα μέσα σε εκείνα τα ντουλάπια της ιστορίας. Αράχνες, μύγες και σκόνη. Κλειδωμένα κι ούτε ένα φύσημα να ξεφύγει η μουντζούρα, να φανερωθεί ο τίτλος του κρυμμένου βιβλίου.
◆Άνθρωποι ταξιδεύουν, λέξεις πηγαινοέρχονται και κρότοι πρωτοστατούν.
◆Κοινωνία απορείς και εξανίστασαι, αγαναχτείς και θλίβεσαι κρατώντας τα προσχήματα σφιχτά στις βρόμικες μασχάλες σου.
◆Και έπονται οι παράγραφοι χωρίς να δείχνουν τους πρωτομάστορες των γεφυριών, και τα ποτάμια οδύρονται παρασέρνοντας τις φωνές εκείνων που αναρωτιούνται.
◆Σάπιο το κατασκεύασμα με αρώματα, να μην σκαλώνει η βρόμα στα περιστύλια, να αποσυντονίζεται η αισθητική.
◆Προσανατολισμένες φράσεις, καθοδηγούμενες σφαίρες, καθορισμένες οι κηλίδες και μια θλίψη για την κατάντια των οικοτροφείων της σκέψης.
◆Είμαστε θλιβεροί, ασήμαντοι και αηδιαστικοί.
◆Και δεν είναι το κόκκινο αυτό που ζωγραφίζει την κατάντια.
◆Είναι η παρηκμασμένη εποχή που σε φέρνει μπροστά στην άκρη. Κοιτάς πίσω και προσπαθείς να φανερώσεις το συμπέρασμα.
◆Ανάγνωση.
◆Ανοίγεις τις λέξεις και ξεπηδά εκείνο το θεριό το τερατόμορφο, που εμποδίζει το συναίσθημα να αλλοιώσει το ερμήνευμα.
◆Αναστρέφεις τον νου σου κοιτώντας τη γυμνή γυάλινη επιφάνεια.
◆Χιλιάδες έντομα να φτιάχνουν σκούρα πανοράματα κι από πίσω αμέτρητοι φονιάδες. Άλλος να κρατά ένα βιβλίο, άλλος να κρατά μια πένα, άλλος το δισκοπότηρο, άλλος να κουνά το δάχτυλο, άλλος να ’ναι πατέρας, μάνα, δάσκαλος, γιατρός, πολιτικός. Και στο τέλος η σφαίρα. Και μετά το αίμα και παρακάτω τα πρωτοσέλιδα. Και πιο πέρα η απόγνωση με σκυμμένο το κεφάλι να προσπαθεί να φτιάξει τα απομεινάρια των ανθρώπων.
◆Διεφθαρμένη πολιτεία επιβρόντητη τώρα, αντικρίζεις το αίμα που έσπειρες.
◆Κρύψου στον Παρθενώνα σου, στα αγάλματά σου, στις κολόνες σου, στη φέτα και στο σουβλάκι σου.
◆Στους ονομαστούς που έκανες σύμβολα για τα παιδιά σου. Στις ξανθές του μεσημεριού, στους πολυμήχανους των εδράνων και στους πολυσήμαντους γραβατάδες των χειμερινών και καλοκαιρινών αποδράσεων.
◆Στη νοημοσύνη των τετρατρόχων, των κοιλιακών, της τσάντας που κρέμεται ηδυπαθώς στο λυγισμένο χέρι μωρής νεάνιδος.
◆Πολύσαθρη κοινωνία που έφτιαξες ποιητές, τηλεοπτικούς θεατρίνους άλογους, επιστήμονες αναλφάβητους και μικρούς να μην ξέρουν να παίξουν με τα βότσαλα.
◆Και μες στην απίστευτη παράνοια της ημεδαπής η πολιτική ταυτίζεται με το ποδόσφαιρο αγνοώντας ακόμα και εκείνο το τελευταίο κομμάτι αλευρόκολλας που ’χε ξεμείνει στα νύχια σου, για να σου θυμίζει εκείνες τις στιγμές τις μυστικές, που ονειρευόσουν έναν κόσμο καλύτερο.
◆Πολλή ζέστη σήμερα, όλο το σώμα καίει και εκείνη η μύγα όλο στο ίδιο σημείο. Στην οργανωμένη παραλία οι ομπρέλες σε σχηματισμό κι ο νεαρός να μαζεύει τα κέρματα.
◆Κώλοι μαύροι, άσπροι, με ίχνη υφάσματος να καλύπτουν τις καταλήξεις.
Παρατηρητής των ειδήσεων της ξαπλωμένης κοινωνίας, αγκομαχώντας για τις μέρες που περνούν χωρίς να σε ρωτούν, δεν δίνεις σημασία καμιά στον πουρά, που ανησυχεί για τις συγχωνεύσεις.
◆Το μάτι καρφωμένο στη χοντρή γιαγιά, που κτίζει στο παιδί έναν πύργο στην άμμο. Η μάνα απέναντι μπρούμυτα αποκαλύπτει τα ημισφαίριά της, διαβάζοντας ένα χρωματιστό περιοδικό.
◆Τα μικρά δάχτυλα χούφτες να γίνονται, να μεγαλώνουν τον πύργο, η γιαγιά να φτιάχνει το αυλάκι να φεύγουν τα νερά να κρατιέται η στιγμή, να καρφώνεται.
◆Να μένει το παραμύθι μέχρι τα γεράματα.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ