"Μακάρι να ήσουνα ξανθιά πάντα προτιμούσα τις ξανθιές.." είπε και ανακάθισε στο κρεββάτι παίρνοντας το πακέτο με τα τσιγάρα και τον αναπτήρα από το κομοδίνο.
"Και εγώ πάντα προτιμούσα τους άντρες με περισσότερα...πως να το πω "προσόντα" αλλά δεν το κάνω και θέμα.." είπε εκείνη κοιτώντας με νόημα το επίμαχο σημείο που είχε κουρνιάσει και κοιμόταν κάτω από το σεντόνι κατάκοπο
"Αρα μαλακίες αυτά που λέτε για ποιότητες και ποσότητες εσείς οι γκόμενες???" είπε και τράβηξε μια βαθιά τζούρα από το τσιγάρο που μόλις είχε ανάψει.
"Ίσως... " απάντησε διφορούμενα και του πήρε το τσιγάρο από το χέρι
" Φεύγεις;;;"
"Έτσι λέω πρέπει να είμαι πίσω πριν τις έξι..."
"Μια ερώτηση πριν φύγεις.... αλήθεια αναρωτιόμουν πως μπορείς και φιλάς τα παιδιά σου μετά από όλα όσα κάνουμε και για την ακρίβεια μετά από όλα όσα κάνεις με το στόμα σου συγκεκριμένα...." είπε παγερά στην γυμνή της πλάτη .
"Ώρες ώρες πιστεύω πως μας συμβαίνει αναστροφή ρόλων και εσύ γίνεσαι η γυναικούλα και εγώ ο άντρας της υπόθεσης.... Μωρό μου αν θες να κάτσω μπορείς να το πεις ευθέως γνωριζόμαστε ήδη πολύ καιρό για να καταλαβαίνω γιατί λες τις μαλακίες που λες όταν τις λες..." του είπε και σηκώθηκε από το κρεββάτι προχωρώντας προς το μπάνιο.
Πράγματι είχε δίκιο...Γιαυτό της το είπε ... για να την θυμώσει... για να τσακωθούν και για να ξανακαταλήξουν στο κρεββάτι. Πόσο καλά τον ήξερε πλέον. Ίσως περισσότερο από όσο ήξερε και ο ίδιος τον εαυτό του. Άκουσε την βρύση του μπάνιου να σταματάει και άναψε το δεύτερο τσιγάρο τη στιγμή που εκείνη ξαναέμπαινε στο δωμάτιο.
"Και θα μείνεις???"
"Όχι σου είπα πρέπει να είμαι πίσω αν και οφείλω να παραδεχτώ ότι η προσπάθεια σου παραλίγο να πετύχει τον σκοπό της γιατί με εκνεύρισες αρκετά με αυτό που είπες." είπε και άρχισε να μαζεύει τα ρούχα της από το πάτωμα θυμωμένα.
"Μην θυμώνεις αφού το ξέρεις πως αν είμαστε μαζί είναι γιαυτό ακριβώς τον λόγο ότι μπορούμε και λέμε αλήθειες ο ένας στον άλλο χωρίς να φοβόμαστε το κόστος..."
"Οκ θες άλλη μια αλήθεια....ώρες ώρες αναρωτιέμαι και εγώ κάτι...τι πηδάς καλύτερα το σώμα μου ή το μυαλό μου...."
"Εσύ πάντως τα καταφέρνεις εξίσου περίφημα και στο δύο!"
"Όχι δεν πρόκειται να συνεχίσω αυτή τη συζήτηση ξέρουμε και οι δύο πολύ καλά που θα καταλήξει και σου είπα δεν έχω άλλο χρόνο..." είπε και ανέβασε βιαστικά το παντελόνι της.
"Ίσως να φορούσες και καμία φούστα πότε πότε θα κερδίζαμε πολύτιμο χρόνο...."
"Σήμερα έχεις όρεξη....φούστες δεν φοράω ποτέ και δεν πρόκειται να φορέσω ούτε και για σένα....επίσης δεν υπάρχει περίπτωση να βαφτώ ξανθιά αλλά τι στα λέω όλα αυτά τα ξέρεις ήδη γιαυτό με θες γιατί δεν μπορείς να με ελέγξεις... ποιος μπορεί να ελέγξει άλλωστε την αλήθεια του. "
"Σοβαρά γιατί εγώ πριν μισή ώρα νόμιζα ότι είχα τον απόλυτο έλεγχο σου...."
"Πάλι προς τα εκεί το πας και σου είπα δεν μπορώ να μείνω άλλο... γαμώ το χρόνο μου... και είναι τόσο αφροδισιακή η ωμή αλήθεια κρίμα που ελάχιστοι το βλέπουν..." είπε και τον φίλησε με πάθος.
"Ένα τσιγάρο μισό μισό και έφυγες..." της είπε και εκείνη κάθισε δίπλα του στο κρεββάτι. Και όσο το τσιγάρο άλλαζε χέρια τα λόγια είχαν στερέψει. Αυτά τα λόγια που τους φέραν εξαρχής τον ένα δίπλα στον άλλο. Αυτά τα λόγια που τις περισσότερες φορές άνοιγαν βαθιές πληγές στις ψυχές τους για να έρθει σεξ να τις μαλακώσει. Εδώ και χρόνια αυτό ήταν το δικό τους παιχνίδι. Ένα παιχνίδι σκληρό που απολάμβαναν και οι δύο εξίσου. Λες και είχαν βρει την μαγική φόρμουλα ξεστόμιζαν ό ένας στον άλλο αλήθειες που φοβόντουσαν να πουν οι ίδιοι στον εαυτό τους και τις έντυναν στο τέλος με έρωτα κάνοντας τες πιο εύπεπτες. Για κάποιον άλλο αυτό ίσως να ήταν άρρωστο για εκείνους όμως ήταν ότι πιο υγιές τους είχε συμβεί στη ζωή τους γιαυτό το φυλούσαν σαν θησαυρό. Αγαπιόντουσαν άραγε??? Με ένα περίεργο τρόπο ίσως και ναι. Ποτέ τους δεν θέλησαν να το ψάξουν από αυτή την οπτική γωνία. Τους αρκούσε η κάθαρση που ένιωθαν κάθε φορά που συναντιόντουσαν αυτό ξεπερνούσε το αίσθημα της αγάπης και σίγουρα τους ήταν πιο απαραίτητο.
Τα πρώτα χρόνια που βλεπόντουσαν υπήρχαν στιγμές που μισούσαν κυριολεκτικά ο ένας τον άλλο. Που ακόμα και στον τρόπο που δινόντουσαν ο ένας στον άλλο ήταν λες και παίρναν μέρος σε μάχη. Λες και πάλευαν ο καθένας με τους δαίμονες του στο κρεββάτι. Με το καιρό το αποδέχτηκαν σιωπηλά. Κατάλαβαν πως αυτό ήταν πράγματι ο ένας για τον άλλο...οι εφιάλτες που έβλεπαν τις νύχτες....οι αλήθειες που τρέμαν να αντιμετωπίσουν....οι πληγές που δεν έλεγαν να κλείσουν σαν καθρέφτης απέναντι τους. Μόνο που αυτός ο καθρέφτης είχε σώμα δέρμα μύες και το βασικότερο είχε φωνή και μιλούσε. Άρχισαν λοιπόν να νιώθουν ευγνωμοσύνη γιατί τον πόνο τους μπορούσαν να τον αγγίξουν μπορούσαν να τον αγκαλιάσουν... έστω για δύο ώρες, μια φορά την εβδομάδα μπορούσαν ακόμα και να τον δαμάσουν να τον κοιτάξουν κατάματα και να του δείξουν ότι δεν τον φοβόντουσαν. Ναι δυο τελείως μπλεγμένοι άνθρωπο ήταν και οι δύο τους που απλά είχαν την τύχη να βρεθούν σε κάποιο σταυροδρόμι της ζωής. Έτσι αντι να παρασέρνουν άλλους αθώους με όλα όσα κουβαλούσαν βρέθηκαν να παίζουν ο ένας τον καθρέφτη στον άλλο και αντι αυτό να ξεθωριάζει από το χρόνο τους γινόταν όλο και πιο αναγκαίο.
Η τελευταία στάχτη από το τσιγάρο έπεσε στο τασάκι και η γόπα έλιωσε με δύναμη πάνω στο βρώμικο γυάλινο πάτο του. Εκείνη χαμογέλασε βλέποντας τον να συνεχίζει να την πιέζει λες και έτσι θα κατάφερνε να διαστείλει τον χρόνο. Σηκώθηκε αργά και πήρε την τσάντα της από την πολυθρόνα. Λίγο πριν ανοίξει την πόρτα γύρισε και τον κοίταξε
"Ίσως η αλήθεια σου να είναι πιο "μαύρη" από όσο θα ευχόσουν όπως το χρώμα των μαλλιών μου και ίσως η δική μου να είναι "μικρότερη" απ ότι θα ήθελα" του είπε αινιγματικά.
"Μάλλον μωρό μου... κρίμα που δύο αλήθειες μαζί στην περίπτωση μας κάνουν ένα μεγάλο ψέμα" της είπε και την κοίταξε δυστυχισμένος
"Κρίμα" ψιθύρισε εκείνη αλλά αυτός δεν την άκουσε γιατί η πόρτα είχε ήδη κλείσει πίσω της.-