Ένα κρύο, φευγαλέο τρέμουλο
έγινε ο γνώριμος φόβος
μα και ο τυραννικός σύντροφος,
που σαν ερχόταν τον αναστάτωνε..
και σαν έλειπε
τότε αδειάζανε λες τα βάσανα του
στο μεγάλο καζάνι
που έβραζε
και ξαλάφρωνε για λίγο,
όμως ο γνώριμος σκοπός
δεν έπαυε ποτέ
και τα σκουριασμένα κουδούνια του
χτύπαγαν αλύπητα στο μυαλό του.
Και ο ήχος τους δυνάμωνε απαίσια
σαν σκεπτόταν
σαν θυμόταν
σαν ονειρευόταν…
σαν περπατούσε στους δρόμους
που τότε δεν είχε προσέξει
πόσα πολλά υπήρχαν
που έπρεπε να είχε δει…
Και βάραινε το σώμα
και έτρεμε η ψυχή
και το σκαλοπάτι - το τελευταίο -
πότε φάρδαινε και πότε στένευε θαρρείς
μα δεν το πατούσε..
η απόφαση ίσως ήτανε στον δρόμο
αλλά δεν είχε φτάσει ακόμα..
Η νύχτα, ο ύπνος, είχε ανακατευτεί με πόνο
που τον άγχωνε, τον τρόμαζε, τον κούραζε.
Όλα τα ρολόγια ήταν νεκρά γύρω του
σταματημένα στο πουθενά και στο παντού
σε όλους τους περασμένους χρόνους.
Θυμόταν πως είχε περάσει πολλές φορές
από τον Γολγοθά
μα δεν θυμόταν
αν είχε ανέβει τα σκαλοπάτια
και αν είχε σταυρωθεί..
και ας άκουγε τους ψίθυρους
από τους πόνους στο κορμί του
που θυμόταν
όσα αυτός είχε ξεχάσει…
Και τώρα πόσο γαλήνευε η μορφή του
σαν το υγρό του βλέμμα
απλωνόταν στα μάρμαρα
που του φαινόταν τόσο φιλόξενα
που αν και τα έκαιγε ο ήλιος
αυτά παράμεναν δροσερά
και τον περίμεναν
για να τον σκεπάσουν στην ησυχία τους,
να τον φιλέψουν την γαλήνη τους
που τόσο ζητούσε…
Νίκος Στυλιανού







στον Ιστοχώρο του Λογοτεχνικού Club,που δημιουργήθηκε από ανθρώπους που αγαπούν την λογοτεχνία και επιθυμούν να προβάλλουν αυτό το κομμάτι του πολιτισμού μας σε όλον τον κόσμο.







