Τίποτα δεν συμβαίνει, κανένας δεν έρχεται, κανένας δεν πηγαίνει, είναι τρομερό.
(από το "Περιμένοντας τον Γκοντό")
Αναβάτης η ζωή στο κάρο
με τους ασχεδίαστους τροχούς
συρόμενη απ’το μόλις
αποκεφαλισμένο άλογο
που τρέχει ξέφρενα
τον τελευταίο του δρόμο.
Αφινιασμένα χαλινάρια
και σύννεφα που ουρλιάζουν
καθώς σκίστηκε η μήτρα του ουρανού
και ξέρασε το παιδί του.
Το μαστίγιο ξεσπάει θυμωμένο
σηκώνοντας ραχοκόκαλα
στο βαμπιρικό στόμα του αγέρα
κόκκινα χνάρια ακαλίγωτων ελπίδων
αγκομαχούν στην άσφαλτο, θρυμματισμένα.
Σε 12 δευτερόλεπτα θα γλιστρήσει
με την λιπόσαρκη κοιλιά του
στο ξυραφένιο καντούνι
ξεβράζοντας από μέσα του
καμένα έμβρυα από παπαρούνες
που κάποτε σμίξανε με χείλη
στο χρώμα σάπιων κερασιών.
Η ευτυχία σέρνεται στα γόνατα
ομολογεί την αχρηστία της
στο εν ζωή νεκροτομείο
των λιλιπούτειων σκελετών
θάβοντας βιαστικά στο χώμα
την συσπώμενη ακόμα
εφηβική σάρκα της.
Καρδιές αστεριών εκσφενδονίζονται
στα μέτωπά μας
σαν σπασμένα γρανάζια ρολογιών
που συγκρούστηκαν μοιραία
καθως αντίκρυσαν την αναιτιότητά τους.
Τρικλίζουν οι τροχοί
καθώς βιάζονται από πέτρινα
ρυτιδιασμένα χέρια,
η ζωή πρόλαβε και χάθηκε
σε αρχέγονο καθρέφτη.
Πρόσωπα στα ερείπια εξαφανισμένα
που τόσο μοιάζουν μεταξύ τους
πτώματα σταυρωμένα
που βύθισαν αέναα την οργή τους.
Ο λύκος γράφει ποιήματα
μα η σελήνη δεν ξέρει να διαβάζει,
πνίγεται στο αναβράζον αίμα του
σκοτώνοντας τον τελευταίο του λιγμό.
Περάσανε τα δευτερόλεπτα
κύλησαν κιόλας τα λεπτά
ανοιγόκλεισαν γοργά τα βλέφαρα
μα ράγισε ο καθρέφτης...
χλιμιντρίσματα θάμπωσαν το γυαλί...
και στο βάθος για ακόμη μια φορά... γελούν σαρκαστικά
τα είδωλα του....
DHMHTRHS GEORGAS
WOLFALAIRE