Δυο λυγερόκορμα κυπαρίσσια
σαν τα δάχτυλα γέρου πιανίστα
σκόρπισαν άκαρδα τις νότες
που έγραψαν τη σονάτα του θανάτου,
και ήταν μεσάνυχτα
όταν τα κοράκια στα μαύρα φτερά τους
μου έφεραν την θλίψη,
και ήταν η ζωή που αιμορραγούσε
όταν μικρή παιδούλα θυσιαζόταν
για ένα ταξίδι στο άγνωστο.
Κι εγώ με αγωνία θα ψάχνω πάντα
στο κρύσταλλο της σιωπής
τα αποτυπώματα της φωνής σου
όταν μου έλεγες το τελευταίο αντίο
κι ας μην το έμαθες ποτέ σου
πως εκείνη τη σημαδεμένη νύχτα
με ένα εγκαταλειμμένο τζουκ μποξ,
σε δωμάτια ερειπωμένα και άδεια,
θα χόρευε ταγκό ο θάνατος.
Από τη συλλογή ΝΥΧΤΑ ΗΝΙΟΧΟΣ
Εκδόσεις Γαβριηλίδης