Μπήκα σε σπίτια πλούσια
και είδα το φως
να τρεμοπαίζει τρομαγμένο
από τα λόγια τα βαριά
που έκαναν πόλεμο μεταξύ τους.
Μπήκα σε σπίτια φτωχικά,
μα και πάλι το φως
αναβόσβηνε τρομαγμένο
από τις λέξεις
που επιτίθεντο η μία στην άλλη.
Μπήκα σε ναούς, αλλά χρειάστηκε
να χρησιμοποιήσω το σπαρματσέτο
για να φωτίσω και να δω
την ερημιά αυτών
που ποτέ δεν κατάλαβαν
την Αλήθεια του Θεού,
για να ανάψουν οι πολυέλαιοι
και να φωτίσουν τις ψυχές
των ανθρώπων.
Περπάτησα τους σκοτεινούς
δρόμους της Πρωτοχρονιάς
χωρίς κανένα φώς.
Έρημους, βρώμικους, σιωπηλούς
με τους ανθρώπους
να τρέχουν ανεξήγητα
εδώ και κει νευρικά
σαν να ‘τρεχαν να προφυλαχτούν
από τον φόβο
και το βάρος
μιας επερχόμενης Απειλής…
Ανέβηκα σε μοναστήρια
με αμυδρό Φως
που δεν μπορούσε
να διώξει τις σκιές,
να παραμένουν γεμάτα
ερωτήματα αναπάντητα,
βλοσυρά,
σκαρφαλωμένα
στις παγωμένες κορυφές
των βουνών,
σκεπασμένα απ’ το χιόνι
μιας παγερής
και μακάριας λήθης .
Κατέβηκα στις έρημες πλατείες
σκοτεινές και γεμάτες
μαραμένα, σάπια φύλλα
και ξεχασμένα γράμματα
που σκαλισμένα,
προδομένα…. και έρημα
στα ξύλινα παγκάκια,
έμεναν ανυπεράσπιστα
στο τσουχτερό κρύο
της βαρυχειμωνιάς….
Κοίταξα στα μάτια την Θλίψη
κι’ αυτή έκλαιγε γοερά….
Ρώτησα την Αιτία
μα σκέπασε το πρόσωπο της
χωρίς να απαντήσει….
Φώναξα την Αλήθεια
να μου εξηγήσει,
κι’ αυτή μου έδειξε το σημείο
όπου φαινόταν ένα μικρό
σταθερό Φως,
μακριά μου….
Έτρεξα χαρούμενος
να δω Το Επιτέλους….
Και συνάντησα ένα κερί
να ανάβει στέρεο,
αντίθετα στον άνεμο,
που αντί να το σβήσει
δυνάμωνε τη φλόγα του !
Και τότε Σε είδα…
μέσα στις βρεγμένες
τσαλακωμένες χαρτόκουτες
του πρόχειρου σπιτιού σου,
να είσαι σκεπασμένος
με μια τριμμένη
παλιά κουβέρτα,
και να κρατάς
ένα σπασμένο πιάτο
στο ένα χέρι σου,
και με το άλλο
να ταΐζεις, χαμογελώντας,
τα τόσα ζωντανά
που είχαν προστρέξει
μέσα στη κρύα νύχτα,
κοντά σου,
καταφύγιο Ελπίδας…..
Είδα το Φως του κεριού
να δυναμώνει,
σαν ο περαστικός ζητιάνος
άπλωσε το χέρι του
και πήρε από σένα
το κομμάτι το ψωμί
που του προσέφερες…..
Είδα
τον αχνό
της καυτής σου ανάσας
να φεύγει ψηλά
και να συναντά τα σύννεφα,
που χειροκροτώντας
παραμέριζαν
και έκαναν τόπο
στο ολόγιομο φεγγάρι,
να Φωτίσει την νύχτα
και να εστιάσει
στη μεγάλη λευκή Λαμπάδα
της ψυχής σου
που λαμποκοπούσε
στις ασημένιες αχτίνες του,
φανερώνοντας το όνομα της !
ΑΓΑΠΗ !!!............
Νίκος Στυλιανού