Προσπαθεις ολη σου την ζωη να κουβαλησεις μεσα σου ευτυχια,
Κ το μονο που καταφερνεις,
Ειναι να γεμισεις το σπιτι σου με σκουπιδια. Δεν δουλευει ετσι.
Δεν δουλευει ετσι η ευτυχια.
Δεν εχω καταφερει κατι για να σου πω: Ελα! Ειμαι σαν εσενα. Τυφλος. Μονο που εγω…
Δεν ξερω τιποτε. Αν εχεις κατι καλυτερο από το να με διαβασεις, κανε το. Αν όμως δεν εχεις κατι καλυτερο να κανεις, διαβασε με!
Ειχα μερες να γραψω κατι. Δεν ηθελα να γραψω. Όχι από κακη διαθεση, ουτε από τιποτε άλλο. Απλα ημουν ελευθερος από όλα. Κ από το γραψιμο. Ομορφο πραγμα η ελευθερια. Ελευθερος από όλα. Είναι κατι το απιθανο. Φανταστου τον εαυτο σου μεσα στην μητρα της μανας σου, η πιο απιθανη η πιο ομορφη κατασταση του ανθρωπου. Η απολυτη αδρανεια, η απολυτη μακαριοτητα. Πηγαινα τα σκυλακια μου βολτα στο δασος. Περπαταγα με τις ωρες κ απολαμβανα την φυση. Χαλαρα. Τέλεια. Ακουγα τα πουλια που καλαηδουσαν. Ακουγα την μουσικη του δασους, στο μυαλο μου δεν ειχα τιποτε. Το μονο που κουβαλουσα ηταν το εδώ κ τωρα. Το μονο που εχουμε ολοι. Το εδώ κ τωρα, τιποτε άλλο. Εδώ κ τωρα. Το εδώ κ τωρα είναι το μονο υπαρξιακο πραγμα στον κοσμο μας. Εδώ κ τωρα. Δεν είναι το εδώ κ τωρα του συντροφου Λενιν. Η τωρα η ποτε ειχε πει ο Λενιν κ εγινε η ρωσικη επανασταση. Το 1917. Δεν μιλαω για αυτό το εδώ κ τωρα.
-Γιαννη με αγαπας;
-χμμ..
-Με αγαπας; Γιατι δεν απαντας; Με αγαπας; Αποφασισε εδώ κ τωρα. Με αγαπας;
Ουτε για αυτό το εδώ κ τωρα μιλαω.
Εχεις γεμισει το δωματιο σου με αχρηστα αντικειμενα κ δεν χωρας να περπατησεις. Κ συνεχως φερνεις κ αλλα. Το φορτηγο διανομης του «Κοτσοβουλου» εφερε την νεα σου τηλεοραση. Το πακετο ειχε μεσα δωρα, ενα μιξερ, μια φραπεδιερα κ έναν αρτοπαρασκευαστη της Ζιεμενς,
Ανοιξες την τηλεοραση να παιζει,
Εβαλες τον αρτοπαρασκευαστη μπρος,
Πατησες το κουμπι του μιξερ. Παγωτο κεικ. Μμμ,
Η φτερωτη της φραπεδιερας να γυριζει σαν τρελη μεσα στο ποτηρι του φραπε. Κτυπησε το κουδουνι του σπιτιου σου. Δεν ακους;
-Κτυπησε η πορτα σου. Δεν ακους; Κτυπα η πορτα σου, δεν ακους;
Ηταν ο ταχυδρομος κ ηθελε να σου αφησει ένα γραμμα. Ελειπες. Ηλθε κ χθες κ προχθες. Ελειπες. Αφησε ένα σημειωμα: «θα ελθω κ αυριο».
Λειπεις. Συνεχως λειπεις. Μεσα στο σπιτι περιφερεται μια σκια που αναβει τηλεορασεις, αναβει πλυντηρια, πινει καφε, μιλα στο κινητο, στο σταθερο. Αναβοσβηνει τα φωτα. Λειπεις. Ποτε δεν ησουν εδώ,
Από το απεναντι παραθυρο, ο Αλκης, με ισχυρο τηλεσκοπειο, σε κοιταζεις όταν κανεις ερωτα με τον Θοδωρο. Εχετε σβησμενα τα φωτα κ μονο σκιες, μονο σκιες που παιζουν μεταξυ τους. Κ ο καυμενος ο Αλκης ουτε αποψε θα διασκεδασει.
Τελειωσες με τις ερωτικες περιπτυξεις. Αναψες τα φωτα του μπανιου. Ακουστηκε η βρυση να τρεχει. Εκλεισες τα φωτα του μπανιου, γυρισες στο δωματιο σου, αναψετε τσιγαρο. Κ ο καυμενος ο Αλκης , μονο σκιες, δυο σκιες που κρατουσαν στα χερια τους αναμενα τσιγαρα, μετα από σεξ, κ τα ρουφουσαν. Κ τα τσιγαρα αναβοσβηναν σαν δεικτες αυτοκινητου, που στριβει μια δεξια μια αριστερα,
Σαν φαροι πυροσβεστικης που τρεχει να σβησει μια φωτια που τα εχει καψει όλα ,
Σαν ελληνικο τοπιο καποιου πρωην δασους,
Που τωρα εγινε πολυκατοικιες.
Περνουσα προχθες από ένα δασος που τωρα εγινε σταχτη. Δεν εγινε από την φωτια, αλλα από πληρωμενους εργατες. Πληρωθηκαν οι ανθρωποι, φεραν αλυσοπριονα, τσαπες, κασμαδες, χορτοκοπτικα κ αρχισαν την δουλεια. Κοψαν όλα τα δεντρα. Σε ένα μηνα, εκει που πριν ηταν δασος, τωρα κατι αρχαιες πετρες. Όχι τιποτα σπουδαιο, ένα δυο κομματια δυο τρια μετρα καποιου τοιχους, σαν πετρινες δόμες από αυτές που φτιαχνουν οι γεωργοι σε επικλινη εδαφη, για να στηριξουν το χωμα να μην το παρει η βροχη. Δεν ειμαι εναντιον των αρχαιων μνημειων. Τα αρχαια μνημεια είναι η μνημη μας. Όμως όλα μπορουν να γινουν μνημεια, απο κοκκαλα δεινοσαυρων μεχρι παρθενωνες. Είναι όλα ομορφα. Εχε μνημη. Ολοι μας εχουμε μνημη κ με αυτή πορευομαστε στην ζωη μας. Το διδαγμα της μνημης: Όλα θα γινουν ερειπια.
Πως φανταζομαι εγω την ζωη; Η ζωη για μενα είναι ενας δρομος που ερχεται απο το απειρο κ παει στο απερο, ενας ατελειωτος δρομος πισω μου, κ ένας απεραντος δρομος μπροστα μου. Πανω σε αυτον τον δρομο, φωτιζεται συνεχως ένα απειροελαχιστο σημειο. Αυτό το σημειο ειμαι εγω. Εκει ειμαι. Εδώ κ τωρα. Το παρελθον εχει φυγει, το μελλον δεν υπαρχει, εκει ειμαι. Εδώ κ τωρα. Αυτη η απειροελαχιστη στιγμη ειμαι όλα εγω. Δεν ξερω ποσο θα παει αυτό. Καποια ακτινα από το υπερπεραν ταξιδευει στο συμπαν κ ξαφνικα βρισκει την γη σαν εμποδιο κ φωτιζει αυτό το μικρο σημειο. Ειμαι εγω, αυτό το σημειακι ειμαι εγω. Όπως σε ένα σκοτεινο δωματιο που από μια χαραμαδα βλεπεις την σκονη που αιωρειται στο δωματιο. Οσα μορια σκονης είναι μεσα στην ακτινα φωτος φωτιζονται, τα υπολοιπα σαν να ειναι πεθαμενα, σαν να μην υπαρχουν. Ειμαστε ολοι μορια φωτος.
Ξημεροβραδιαζομαστε ολοι να φτιαξουμε ένα συστημα για να μπουμε μεσα. Φτιαχνουμε χωρες, θρηκειες, δογματα, ηθικες, εξουσια,
Βαφουμε το δωματιο για να νιωσουμε ανετα,
Βρισκουμε νέο φιλο, αγοραζουμε νέο αυτόκινητο, νέο ρουχο. Είναι αναζητηση ευτυχιας. Η ζωη δεν λειτουργει ετσι, εχει το δικο της δικαστικο δικαιο, θελεις δεν θελεις ωφειλεις να το υπακουσεις. Κανεις ακριβως το αντιθετο: προσπαθεις να χωρεσεις την ζωη στα μετρα σου. Δεν λειτουργει ετσι.
Ζουμε μεσα σε ενα απεραντο αξεδιαλυτο μυστηριο. Χθες χωρισε ενας συναδελφος. Εχουν παιδι, 20 χρονια παντρεμενοι κ χωρισαν. Νομιζουμε ότι η ευτυχια βρισκεται εξω μας, οτι για την δικη μας μιζερια φταιει ο συντροφος μας. Δεν φταιει, κανεις δεν φταει. Τα πραγματα είναι ετσι. Να τα αποδεχτεις. Αφεθου. Η ζωη είναι ένα ποταμι, αφεθου να σε παρει. Πληρης αποδοχη σε όλα. Αν ο συντροφος σου θελει να χωρισει κανε του χωρο. Αν πραγματικα τον αγαπας κανε του χωρο. Παραμερισε να περασει, βοηθα τον, αποδεσμευσε τον. Βοηθα τον. Βοηθα τον να βρει τον δρομο του! Αν πραγματικα αυτό που ειπα τωρα: «Βοηθα τον!», το κανεις με την καρδια σου, αυτή,
Αυτή η λαμπερη σκονη κοκκου αμμου που αιωρειται στο κενο!
Βοηθα τον! Βοηθα την!
*το ζευγαρι αυτό που χωρισε, δουλευουν κ οι δυο στον ιδιο χωρο δουλειας, αλλα σε διαφορετικα τμηματα. Συναντησα τον ένα τυχαια, ηταν λυπημενος. Μετα συναντησα κ τον άλλο. Λυπημενη το ιδιο. Δεν μιλησαμε, απλα ένα γεια. Δεν ξερω, ενιωσα ότι δεν το ηθελε κανενας να χωρισουν. Πιθανον μια κακια στιγμη. Ειμαστε όπως το εκρεμες, μιά εχουμε καλη διαθεση κ μιά όχι. Ετσι δουλευει η ζωη. Ειναι ο βασικος νομος της ζωης. Όλα είναι εκρεμες. Όλα.
Ότι εγραψα είναι αφιερωμενο στα ζευγαρια που είναι μαζι,στα ζευγαρια που χωρισαν, στα ζευγαρια που τα ξαναβρηκαν, στα ζευγαρια που χωρισαν οριστικα,. Ότι αποτελεσμα κ αν εχει, κανε του χωρο! Πραμερισε να περασει! Βοηθα τον!
Παρατηρησε τον ηλιο λιγο πριν φυγει. Κατσε εκει λιγο μαζι του κ δες τον να φευγει. Χαιρετα τον, μην ντρεπεσαι τι θα πουν οι αλλοι, αστους να λενε. Πηγαινε λιγο πιο απομερα κ χαιρετα τον. Αφου φυγει θα παρατηρησεις ότι υπαρχει ακομα φως, ο ηλιος εφυγε. αλλα για καμια ωρα υπαρχει ακομα φως. Γιατι; Ειναι το φαινομενο της διαχυσης. Στην σεληνη, αν εισαι πανω στην σεληνη που δεν εχει καθολου ατμοσφαιρα κ σκονη, αφου δυσει ο ηλιος τελειωσε, εξαφανιζεται αμεσως κ το φως, γινεται αμεσως σκοταδι. Στη γη όμως όχι, είναι το φαινομενο της διαχυσης που κρατα το φως εδω πανω, είναι το μπλε, η ατμοσφαιρα μας,
τα μορια κοκκων αμμου, τα μορια οξυγονου, τα μορια οζοντος, τα μορια υδρογονου, που αιωρουνται εκει πανω. Το μπλε. Καθοσον γνωριζουμε ειμαστε οι μονοι ζωντανοι στο συμπαν, όλα γυρω μας είναι σκετες πετρες που αιωρουνται, ειμαστε οι μονοι ζωντανοι εδώ πανω, ειμαστε μονοι σε ένα απεραντο στερεωμα.
Δεν δουλευει ετσι. Η ευτυχια δεν ηταν ποτε εξω, είναι οφθαλμαπατη. Αν ταξιδευεις εκει εξω, θα βλεπεις την γη σαν κοκκο αμμου, ουτε καν μπλε. Οσο πλησιαζεις κοντα της θα διακρινεις ότι είναι μπλε. Αν πλησιασεις κ άλλο θα δεις ότι εχει κ αλλα χρωματα, πρασινο, κιτρινο, κοκκινο, μωβ, λαχανι,λαδί,βιολετι, χιλιαδες χρωματα. Οσο πλησιαζεις θα βλεπεις κ άλλες λεπτομεριες, θα δεις ποταμια, σπιτια, ανθρωπους. Αν πλησιασεις κ άλλο, θα δεις διαφορα προσωπα κ αλλα χρωματα κ διαφορες ψυχες, ολων των ειδων τις ψυχες. Το ταξιδι είναι ατελειωτο. Συνεχισε να ταξιδευεις! Κανε απεριοριστο χωρο στον συντροφο σου, παπαμερισε να περασει, αν εισαι εμποδιο, πρεπει να τον αφησεις να περασει, κανε στην ακρη, κ μην περιμενεις ανταλλαγμα. Κανε το με ολη σου την καρδια, βοηθα τον με κάθε τροπο. Δωσε!
Κτυπησε ο ταχυδρομος κ συ πηγες αμεσως κ ανοιξες. Τον περιμενες με λαχταρα. Ανοιξες το γραμμα, λυγισαν τα ποδια σου κ σωριαστηκες αμεσως στο εδαφος. Χωριζουμε, εγραφε. Εισασταν μαζι για χρονια, τωρα μολις του εφτιαχνες κατι ομορφο. Κ αυτος.. το μονο που σου ερχεται στο κεφαλι ηταν ότι βρηκε καποια άλλη. Γυροφερνε μερες την συναδελφο κ ειχατε να κανετε σεξ ενα χρονο. Αναψες τσιγαρο, αφησες το μιξερ να γυριζει, βγηκες εξω στο μπαλκονι, ταισες τα σπουργιτια, το ειχες αυτο το συνηθειο όταν κατι δεν πηγαινε καλα, ηθελες να μην χασεις επαφη:
Νιωθω την παρουσια σου εκει γυρω. Δεν ξερω, εισαι κατι σαν Θεος,
Δωσε μου το χερι σου. Μου το αρνηθηκες, μπορει κ όχι. -Μην δινεις σημασια-.
Δωσε μου το χερι σου!
Δεν του το εδωσες. Δωσε μου το χερι σου! Αυτό το σκληρο χερι που προσπαθει να ακουμπησει ένα ντελικατο χερι- κ το ντελικατο χερι θελει να ακουμπησει το δυνατο- Μα παντα αποτυγχανει, κ αυτό να επιμενει. Δωσε μου το χερι σου, δωσε μου το χερι σου!
Να περνατε ολοι ομορφα