Να μη με θυμάσαι.
Πέτα με στη χαράδρα του μυαλού σου.
Δε θέλω τη σκέψη σου.
Ποτέ δεν είχα βόλεμα
για προσκεφάλι τη μνήμη.
Κάποτε:
Μίλησα με αγγέλους.
Τά’πα και με κολασμένους.
Έπειτα ...
Ήπια νερό της λησμονιάς.
Άστραψα, βρόντησα.
Και αυτό ήταν όλο.
Κατέληξα στην ενδιάμεση γραμμή.
Θέλω να ξαποστάσω.
Να μη μιλώ άλλο.
Γι’ αυτό κλείστηκα
σε δυο σίδερα σιωπές.
Χούφτες που κάποτε
ρουφούσαν
πότε Ροδόσταμο,
πότε οινόπνευμα.
Τώρα δεν τις κρατώ για μένα.
Τη μια τη δίνω δωρεάν.
Την άλλη τη σερβίρω σε όποιον λάχει.
Έτσι σαν τάμα, σαν κερί
στο άγιο δισκοπότηρο
της ανυπαρξίας.
Δεν έχω ούτε και μνήμη.
Διέγραψα προ πολλού
και τους νεκρούς μου.
Με ζωντανούς δεν έχω λόγο.
Μόνη , όχι μοναχική.
Διανύω τον καιρό
της λήθης.
Δεν καρφώνω πια τα δόντια
στον αυλόγυρο των χειλιών μου.
Παλιό εφηβικό
τούτο το σκηνικό.
Γελώ και που το σκέφτομαι.
Αυτός είναι ο τόπος
που με προόριζα.
Σαν ό,τι ήταν από μένα να γεννηθεί,
γυρίζει ξανά στο μηδέν του...
Σου λέω: μη με λογαριάζεις.
Μα προπαντός:
Μην μου καταλογίζεις
την έννοια της πληθώρας.
ΚΙΡΚΗ