Εγώ χαράζω νέα πορεία
στα απότιστα γεράνια
της αυλής της γιαγιά μου.
Το απορημένο σύννεφο
του βλέμματός σου
δε μου λέει τίποτα.
Εγώ χαράζω νέα πορεία
στα απότιστα γεράνια
της αυλής της γιαγιά μου.
Γίγαντας στέκω
στο αλμυρό Οδοιπορικό
μιας ουτοπίας.
Και ποτίζω με ψίθυρο
αθροισμένα κλάματα και γέλια.
Τις σημαδούρες εποχής
βάλτες για άλλους.
Που θέλουν να βρίσκουν δρόμο-ψίχουλο
στου καιρού τα χαλάσματα.
Και αν με ρωτούσες
και αν με ρωτήσεις
και αν θα με ρωτήσεις,
μην περιμένεις.
Το «όχι» μου, μόνη λέξη.
Σμιλεύτηκε χρόνια
από οικονομία αγάπης.
Μάθε,έστω και αργά,
να το συλλαβίζεις.
Κίρκη