Φαίνεται
πως εκείνα τα καλοκαίρια
δίπλα στην αμμουδιά,
τα διαδέχτηκαν
άγριοι χειμώνες.
Οι άνθρωποι
έγιναν αγνώριστοι
μες στα μακριά παλτά τους.
Τα παιδιά τους
τα σκότωσαν στα σαλόνια τους.
Με το αίμα τους
έβαψαν τους τοίχους τους
και με τα όνειρά τους
τα σεντόνια τους.
Παιδί μου
να τους φοβάσαι
γιατί δεν φαίνονται
αυτοί.
Είναι αόρατοι πατέρα?
Όχι γιε μου…είναι ωραίοι.
Γυμνός,
στέκομαι μες στην βροχή.
Δρόμοι άδειοι
από ανθρώπους
και γεμάτοι από σκιές.
Με πότισαν αηδία.
Τα ρούχα μου λερώθηκαν
και πήρανε κάτι από
την ανάσα τους.
Σε κάποια στροφή της ζωής
κλείσαμε τα μάτια
και σωπάσαμε.
Ο θάνατος μάς αγνόησε
και μείναμε μόνοι.
Είναι αόρατοι πατέρα?
Όχι γιε μου…είναι ωραίοι.


