Μεθυσμένη στα σοκάκια γυρίζεις
Χαϊδεύεις στον τοίχο μία σκιά
Σαν φως λυχναριού τρεμοσβήνεις
Στο καθάριο φύσημα του νοτιά.
Άκου στην πέτρα ,η ανάσα γρυλίζει
Σαν ήχος σαξόφωνου σε διαπερνά
Φάλτσα νότα την ψυχή σου αγγίζει
Λυγμός που χάνεται στα σκοτεινά.
Χάραξε, τον ήλιο κοιτάς παγωμένη
καύτρα τσιγάρου για συντροφιά
Μοιάζει στα δυο σου μάτια ταιριασμένη
Άνοιξης πυγολαμπίδα που ξεψυχά.
Στήσε χορό σε πίστα κρυμμένη
Άπλωσε τα χέρια σου σταυρωτά
Χρόνια στο βούρκο κολλημένη
Καιρός να νιώσεις λίγη χαρά.


