Μην τρέχεις στην ομίχλη
κόντυνε το βήμα
ακολούθα πάντα
το κίτρινο φως οδηγό…
Σκύψε χαμηλά… μείνε κοντά…
κι’ ακολούθα το κίτρινο φως…
ποτέ το λευκό… πρόσεχε…
μη το πλησιάσεις
για θα χαθείς…
Χάος…
τα πάντα ίδια σκουπίδια…
ψίχουλα κι’ απορρίμματα
των πετεινών συνάμα
να μαγαρίζουνε το Τάμα
που κάναμε αντάμα…
Κάποιας στιγμής ξεκίνημα
στο σκάμμα μιας ζωής…
Τάμα…
που τώρα σκουριασμένο
στο παρελθόν βουτηγμένο
ίσως και πνιγμένο
στα βάθη ενός πυθμένα
χωρίς εσένα
χωρίς εμένα
χωρίς κανένα…
Στο κίτρινο φως λουσμένο
αν και ληγμένο…
που το φωτίζει ακόμα
και το ξεχωρίζει
χωρίς να ξέρω αν αξίζει.
Το κίτρινο φώς…
Πρόσεχε μη το χάσεις…
ακολούθα το πάντα
αν θες να προχωρήσεις
έστω και χωρίς να ζήσεις…
Και μακριά από το λευκό
το ύπουλο φως…
το κάστρο το άσπρο, το βουβό…
το φως στην πυκνή ομίχλη
του θέλω…
αγκαλιά με τον βρόγχο
του Οθέλο
πριν το αίμα στραγγίσει
την πνιγμένη σου Φύση…
…………………….
Πυκνή Ομίχλη ….
Κι εσύ έπαψες ν’ ακολουθείς
το κίτρινο φως… μοιραίο…
Έτσι σ’ έχασα μια μέρα…
άρχισες να μαζεύεις το χρυσάφι
μ’ αυτό το άθλιο σινάφι
κι όλο να πλησιάζεις
χωρίς να νοιαστείς
από κάπου να πιαστείς
πριν στο άσπρο το φως
να λουστείς…
και σ’ έχασα στην Ομίχλη της γης…
δεν ξεχώριζες πια… στο άσπρο πλάνο…
σ’ έχασα… πήγες ψηλά… δεν σε φτάνω…
έγινες ομίχλη… άσπρη οπτασία…
κι έμεινε στο βάζο η ξερή ορτανσία…
σ’ ένα στρωμένο τραπέζι
χωρίς φαντασία…
που δεν μπόρεσε
ν’ ανάψει
τα κηροπήγια του
για να περάσει στην αθανασία…
έμεινε χωρίς ουσία…
χωρίς εμένα
χωρίς εσένα
χωρίς κανένα…
χάθηκες….
Πλησίασα το λευκό φως…
εκεί ήταν ακόμα το άθλιο σινάφι
άρχισα να μαζεύω το χρυσάφι
έβαλα στο δισάκι μου
το Τάμα…
μουσκεμένο στο κλάμα
άπλωσα τα χέρια
που χάθηκαν στην Ομίχλη…
Καλό μου ταξίδι…
Νίκος Στυλιανού


