Τίποτα δεν υπάρχει για να δώσω πια. ! Τούτη καρδιά υποταγμένη στην
μοίρα της και η κλειδωμένη πόρτα μένει από τότε σφαλιστή .
Δεν ήταν εκείνη που ήξερες κάποτε και το ανοικτάρι της χαράς χάθηκε
από καιρού .
Σαν ποτέ δεν μάντεψες τα λόγια που σού ομολογούσαν τα μάτια μου και
μείναν στο βάθος ρηχού συρταριού .
Δεν σήμαιναν για σένα τίποτε κι ας ήταν η ψυχή μου αυτή που απίθωσα
στις δικές σου παλάμες όπου κρατούσαν τα όνειρά μου Τα άφησες να
χυθούν στα ανοιγμένα σου δάκτυλα μαζί με την ψυχή εκείνη που δεν σου
έλεγε τίποτα ,Την άφησες ύστερα παραπεταμένη χωρίς το θάρρος της
αλήθειας να μην πληγωθεί. Μάταιος κόπος σαν η μετέπειτα σιωπή σου την
άφησε καταπληγιασμένη και να μην μπορεί να σου κακιώσει ,Κι ας την
ήθελες ξεγυμνωμένη να μην κρατά τίποτα από σένα. Πάντα κοντά της τότε
,η δεύτερή της ύπαρξη, ή η πρώτη ,αφού κοντά σου είχε αρχίσει να ζει.
.Κι ήθελε τόσα να σου δώσει !Μόνο μια χαραμάδα ν' άφηνες έτσι αρκεί να
ήταν εκεί αόρατη να σε κοιτά .
Όμως έστω και κείνη την τσιγκουνεύτηκες λες και θα σου κόστιζε αγάπη
μου .κι απόμενες πάντα τόσο απόμακρος αινιγματικός κι αυτό ήταν που
με τραβούσε κοντά σου μαγνήτης .Να ανακαλύψω το αίνιγμα που έκρυβε το
γοητευτικό πρόσωπό σου .Με ανοικτά η κλειστά μάτια να σε βλέπω και
πως θα θελα να ήμουν γλύπτης να σμίλευα το τέλειο σώμα σου. Σαν ενός
δεύτερου Μιχαήλ 'Άγγελου. Η ζωγράφος ,να μπορέσω ν. αποτυπώσω στον
καμβά το αγαπημένο πρόσωπό σου .Τα εβένινα μαλλιά ,τα χείλη που τόσο
θα ήθελα ν' άγγιζαν τα δικά μου έστω και σ' ένα φευγαλέο φιλί , τα
μεγάλα κατάμαυρα μάτια σου που ποτέ δεν μπορούσα να τα διαβάσω και πως
διψούσα για μια σου ματιά .Για ένα σου χαμόγελό όλο δικό μου .Κι η
αθωότητά μου δεν μπορούσε να φανταστεί το πιο πέρα .Μου φτάναν έστω
και λίγα ψίχουλα από το τραπέζι της ύπαρξης σου. Που ποτέ δεν πήγε το
μυαλό σου όταν χάθηκε το αγαπημένο στυλό σου που μ' έκανε κλέφτρα. Και
πάντα βρισκόταν στην τσάντα μου επειδή ήταν κάτι από σένα .Ίσως να
βρίσκεται ακόμα
Κι εγώ να περιμένω πάντα ένα σου χαμόγελο , μια κουβέντα που τυχαία
μου πέταγες
Και μετρούσα τις ώρες που τόσο γρήγορα έφευγαν όταν ερχόσουν .Ο
ερχομός σου να με ανεβάζει στα ουράνια κι ανέπνεα με την ανάσα σου
.κι όταν γοργά έφτανε η ώρα τ' αποχωρισμού έκλεινα στην καρδιά σου την
αλαφρό χειραψία και φιλούσα τα χέρια μου να αισθανθώ το άγγιγμά σου
να φαντάζομαι ότι κείνα τα δάκτυλα ανακάτευαν τα μαλλιά μου κι το
χειρόπιασμα γινόταν το χάδι στην ειδωλολατρία που ένοιωθα για σένα
εκεί που ο κόσμος μου άρχιζε μαζί σου και τέλειωνε . Κι όταν το
λεωφορείο χανόταν στην κατηφόρα μαζί του έπαιρνε και τ 'οξυγόνο που
χρειάζεται η καρδιά για να ζει
Τα μάτια να χάνουν την λάμψη τους ,αστέρια που δεν λουλούδιζαν στις
νύχτες της απουσίας σου .
Και χανόταν του ήλιου η λάμψη γιατί δεν ήσουν εκεί .και γώ απλά να
περιδιαβαίνω μέχρι την επόμενη φορά και να παρακαλώ έστω και στ'
όνειρό μου να φανείς .Στο όνειρό μου που εκεί ήσουν δικός μου και η
μοναχική μου κάμαρα η μόνη μάρτυρας στα δάκρυά μου .Η μόνη μάρτυρας
στα λόγια που σου λεγα και που ποτέ σου δεν θα άκουγες σαν η ιστορία
μας δεν ήτανε να γίνει .
Τώρα σαν έρχομαι σε τούτη την τελευταία συνάντηση μαζί σου , φοβάμαι
τόσο την αντίδραση της καρδιάς μου που εδώ και καιρό άρχισε να
επουλώνεται ,Φαίνεται ο Θεός άκουσε τις προσευχές μου κι άρχισε να με
λυτρώνει από τούτη την αρρώστια. Γιατί αρρώστια ήταν τούτη η αγάπη
αλλιώς πως μπορείς να την πεις ; Αγιάτρευτη να με τυραγνά 30 χρόνια .
Και το πρόσωπό σου στην μνήμη μου αναλλοίωτο απ' τον καιρό να έχει
απομείνει εκεί να σε βλέπει στα δεκαοχτώ σου και να μην μπορεί να σε
φανταστεί αλλιώς . Τώρα μια βιασύνη κυριεύει την ύπαρξή μου .Αφού
εδώ θα κλείσει η αυλαία μιας ιστορίας που ποτέ δεν υπήρξε .Άπιαστη σαν
τα αστέρια ,σ 'ένα όνειρο που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε , μα κυβέρνησε
μια ζωή , την έκανε δημιουργό σ 'ένα πεπρωμένο που δεν είχε δικαίωμα
καν να γεννηθεί. Και μέχρι τώρα να αναρωτιέται !
Πάντα να μην βρίσκει απάντηση γιατί σε λάτρεψε τόσο .Μήπως γιατί σε
νόμισε την τελειότητα που γύρευε; Μήπως την ομορφιά που εξυμνούσαν οι
στίχοι της ; Μήπως το βάθος στα ανεξιχνίαστα μάτια ;Μακάρι να ξερε
.Μακάρι να έβρισκε απάντηση κι όπως όλα τα λυμένα αινίγματα δεν έχουν
ενδιαφέρον πια, να έσβηνες μαζί τους .Κι ίσως τότε να άρχιζα να ζω
απαλλαγμένη από τα φαντάσματα που μια ζωή κουβαλούσα σιωπηλά και
κανένας ποτέ δεν τα μάντεψε .Κι όπως γίνετε συνήθως με όλες τις
ανεπούλωτες πληγές κι αυτή μια ζωή να αιμορραγεί. Κι ο μόνος γιατρός
η αγάπη σου που δεν ήταν για μένα.
Εκείνη την αγάπη που η υπόδειξη σε πήρε κι ήταν η ιδανική . Η έτσι
νόμισες και χάθηκες στα πρέπει .Εκείνα που εγώ δεν θα υπέβαλλα ποτέ
και χώμα θα γινόμουν να με πατάς .Χάδι ο πόνος σαν από σένα
καλοδεχούμενος .
Χαλί η καρδιά κάτω απ' τα πόδια σου
και πόσο οδυνηρό το αδιάφορο περπάτημά σου ,
μουρμούριζαν οι στίχοι που ποτέ δεν τους άκουσες .Η κι αν τους άκουσες
δεν ήξερες ότι εσύ ήσουν η έμπνευσή τους. Μα καλύτερα έτσι !
Το αυτοκίνητο αφήνει πίσω του τα χιλιόμετρα και με φέρνει όλο και πιο
κοντά σου .Θα μπορέσω άραγε να να σε αντικρίσω μετά από τόσα χρόνια
χωρίς να ανοίξει η πληγή ; να μην αρχίσει να αιμορραγεί για άλλα τόσα
χρόνια ; Θα πεθάνω με τούτο το μαρτύριο ; Που εξαιτίας του η καρδιά
απόμεινε ζωντανή νεκρή κι απλά να κτυπάει ; Ελπίζω όχι ! Δεν αντέχω
πια ,θέλω να ζήσω έστω και τώρα που είναι αργά για να ξαναρχίσω . .
Να ζήσω ! Απλά, γαληνεμένα .Δεν αντέχω άλλο πόνο πια.
Κι είμαι τόσο κοντά σου επιτέλους .Βάζω τον αριθμό σου στο κινητό ,που
ο άνθρωπος σου μου έδωσε και που ποτέ δεν θα τον προδώσω . Αξίζει πιο
πολλά αφού βρίσκεται τόσο κοντά σου .Αξίζει διότι σού έδωσε την
ευτυχία που δεν την ζήτησες ποτέ κοντά μου .Δεν έχει σημασία .Κάποτε
ζήλευα μα όχι πια .Και η κλίση καλεί. Η φωνή σου βαθιά ,μα τόσο
γνώριμη λες και δεν πέρασε ούτε μέρα από την τελευταία φορά πριν
τριάντα χρόνια .
Καμιά συγκίνηση δεν με ταράζει πια .Αποδέχτηκα επιτέλους την
ειμαρμένη που μόνο εκείνη ορίζει το ριζικό μας. Ελπίζω τώρα να μπορώ
να σε ξαναβλέπω σαν αδελφό όπως εσύ πάντα με έβλεπες. Ποτέ κάτι άλλο
κι ας πάντα προσπαθούσα να φτάσω τ' αστέρια για σένα .
Απόμεινε τώρα να δω και την μορφή σου σαν είσαι στον δρόμο της συνάντησης .
Περιμένω να σ' αντικρίσω κι η αγωνία στην καρδιά προσεύχεται να είναι
πια τελεσίδικη η λύτρωση. Τρέμει μήπως είναι ψευδαίσθηση, κι ότι το
πιστεύω γιατί θέλω να το πιστέψω .Σταματάς δίπλα εκεί και τότε γίνομαι
σίγουρη . Την τρικυμία σκέπασε πια η γαλήνη σαν τώρα πια μπορώ να σε
αντικρίσω ήρεμα .Να σε κοιτάξω στα μάτια χωρίς να φοβάμαι θα
διαβάσεις το μυστικό μου μαρτύριο .Επουλώθηκε πια. Το ανάλαφρο
αδελφικό φιλί σου στο μάγουλό μου το επιβεβαιώνει ,Η φωτιά έχει σβήσει
πια .
Είμαι επιτέλους ελεύθερη από τούτο το λάθος πάθος κι απ την καρδιά μου
σου εύχομαι πάντα να είσαι ευτυχισμένος . Κι ας απόμεινες για πάντα ο
ιδανικός εραστής στην ψυχής προστατευμένος από την καθημερινότητα που
σκοτώνει .

